<$BlogRSDUrl$>

22.2.06

αποκλειστική αρμοδιότητα των αγίων. 

 

«-Ω πενθώ την ιστορία.
-Αυξαίνω και πληθαίνω με την συνουσία.»

-Δ. Σαββόπουλος
(Αχαρνής
- διάλογος μεταξύ
Λάμαχου και χορού).




*
Αγαπητή μου,

[...] χρειάζεται πολύς κόπος για να ασχοληθείς με ό,τι βαριέσαι ή απεχθάνεσαι. Με ό,τι σου φαίνεται άσχημο.

Γιατί να σκύψω πάνω από κάτι μονότονο, βαρετό, αδιάφορο, επικίνδυνο, άτεχνο, υπερφίαλο, προβληματικό, αφελές, παράλογο, επιτηδευμένο, ψεύτικο; Γιατί να ξοδέψω τον ελάχιστο χρόνο μου, προκειμένου να έχω άποψη, ασχολούμενος επισταμένα με ό,τι μου φαίνεται ανόητο; Η μόνη επαρκής δικαιολογία, είναι: θα το κάνω για σένα. Θα σου χαρίσω τον χρόνο μου, προκειμένου να γίνεις καλύτερος άνθρωπος. Ανεξάρτητα από τις ικανότητες ή τις γνώσεις μου, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, η πρόθεση θα είναι πάντα παρούσα. Θα πρέπει να προσέξω όμως, γιατί από το ενδιαφέρον, τον ζήλο για εσένα, μέχρι μια πατερναλιστική-εξουσιαστική αντίληψη του ρόλου μου στη σχέση μας, την ζήλια, η απόσταση είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Αν δεν προσέξω, κινδυνεύω να καβαλήσω το καλάμι. Καταλαβαίνεις γιατί δεν ενθουσιάζομαι όταν με αποκαλείς daddy.



[...]

Τους άκουσες: «μα τι πράγματα είναι αυτά, τα ίδια και τα ίδια μας σερβίρουν». Η μονοτονία είναι προφανής –πάντα προφανής. Είναι μια ένσταση που επανέρχεται μέσα στα χρόνια. Παλιότερα αφορούσε από το εκκλησιαστικό μέλος, μέχρι τον καλαματιανό και τα μπλουζ και διαμέσου του ρεμπέτικου και του απλού δωδεκάμετρου ροκεντρόλ, έφτασε στο ντραμ εντ μπέηζ, τα techhousetechnodanceelectronicahiphoprap κομμάτια και το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, για να μην μιλήσω για το πόσο μονότονη βρίσκουν μερικοί, καθ όλα καλοί και αξιόλογοι άνθρωποι, τον κύριο όγκο της τζαζ και της λόγιας μουσικής κάθε είδους ή εθνικότητας. Μη δίνεις σημασία.

Έτσι κι αλλιώς, η κρίση, λιγότερο ή περισσότερο συνεκτική, που θα μπει στον κόπο να διατυπώσει κανείς για τη σημερινή «λαϊκή» ή «λόγια» μουσική, γίνεται σε μια εποχή ριζικών και ραγδαίων αλλαγών, που αφορούν το τι σημαίνει μουσική, το πώς δημιουργείται, τον κοινωνικό της ρόλο και τους τρόπους που διαχέεται στις κοινωνίες. Ό,τι ακούμε, είναι καθρέφτης αυτής της «μεταβατικής περιόδου» (λες και υπάρχει περίοδος που δεν είναι μεταβατική) και η όποια κριτική, μεχρι να διατυπωθεί, θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ήδη ξεπερασμένη.



Διαπίστωσες κι εσύ προχθές, πόσο σύντομος είναι ο δρόμος, διπλής κατευθύνσεως, από την απαξίωση ενός μουσικού είδους, μέχρι την απαξίωση μιας ολόκληρης εποχής. Φορείς της, είναι συνήθως εκείνοι οι οποίοι, αφού το είδος δεν τους αφορά, για οποιονδήποτε λόγο, δεν ασχολούνται αρκετά, ή μάλλον, δεν ασχολούνται με αγάπη μαζί του. Διότι, μου φαίνεται, για να ασχοληθείς με δικαιοσύνη με τις ανθρώπινες δημιουργίες, ακόμα και με όσες θεωρείς ευτελείς ή ποταπές -κυρίως με αυτές- χρειάζεται και κάποιου είδους αγάπη. Αναγνωρίζω ότι η απόρριψη, εκφράζει μέρος της εμπειρίας του ακούσιου ή εκούσιου, και περιστασιακού, ακροατή αυτών των ήχων. Το αναγνωρίζω και σταματώ εκεί. Τι τα θες, η κριτική θα έπρεπε να είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των αγίων. Μόνον αυτοί ξέρουν να τα αγαπούν όλα. Μια και μιλάμε για κοινούς ανθρώπους, η κριτική (το είδος του λόγου που για ευκολία ονομάζουμε κριτική), αρνητική ή θετική, κατά τη γνώμη μου, αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρουσα, όταν τη διαβάζεις ή την ακούς, αυτονομημένη από το αντικείμενό της. Όταν την αντιμετωπίζεις σαν καθρέφτη της ευαισθησίας και της προσωπικότητας του υποκειμένου, του γράφοντος ή του ομιλούντος δηλαδή, και δι αυτού της εποχής της.



Νομίζω λοιπόν, ότι στις μέρες μας, στην πατρίδα μας, οι «απόψεις» εκφράζουν, πρωτίστως, μια βαθιά αδιαφορία για τα τεκταινόμενα, σε χώρους όπου δεν συνηθίζει να συχνάζει ο εκφέρων. Ή σε χώρους όπου παρακολουθεί τις εξελίξεις, με τον ίδιο τρόπο που προσέχουμε την μουσική στους ανελκυστήρες και τους σταθμούς του μετρό. Μα και Μπετόβεν ν' ακούει, που λέει ο λόγος, ούτε που θα το πάρει χαμπάρι... Στην καλύτερη περίπτωση οι απόψεις που ακούω, είναι μεταμφιεσμένες περιγραφές, λιγότερο ή περισσότερο ακριβείς, κι όχι σοβαρή αισθητική αποτίμηση· αν υπάρχει αυτό το φρούτο. Κι όσο πιο θορυβώδης, ζοχάδας, αγανακτισμένος ο κριτικός, τόσο μεγαλύτερη η απόσταση απο το κρινόμενο.

Αντίθετα από τους φίλους μας, προσπαθώ να είμαι συγκρατημένος, όταν δηλώνω τις αναπόφευκτες προσωπικές συμπάθειες και αντιπάθειες και να θυμάμαι, πως ό,τι δεν μου αρέσει, όχι μόνο στη μουσική, αλλά και στις γυναίκες, είναι, κυρίως, προϊόν τού ότι η μέρα μου, όπως και η δική σου, δεν διαθέτει περισσότερες από 24 ώρες. Α! αν ήμουν αθάνατος, είμαι σίγουρος ότι, κάποια στιγμή, θα μου άρεσαν όλες οι γυναίκες, όλοι οι πίνακες, όλα τα τραγούδια. Προς το παρόν, για τα μικρά ή μεγάλα ανθρώπινα έργα, που με συγκινούν, είμαι ικανός για ένα φτωχό αλλά πολυλογάδικο, και γι αυτό παραπλανητικό, «ωραίο αυτό» ή «πρόκειται για αποτυχία». Ναι· κατά πάσα πιθανότητα, ένας κοινωνιολόγος θα μπορούσε εύκολα να αποκρυπτογραφήσει τις προτιμήσεις μου... Αδιαφορώ! Μα ποιος θέλει να ζει τις μέρες που του δόθηκαν, σαν να ήταν τελίτσες σε στατιστικό γράφημα;



Μάθε, ότι όταν σου λέω κάτι που μοιάζει με άποψη, ιδιαίτερα κάτι που μοιάζει με απόρριψη, το λέω με μια ευκολία που τρομάζει κι εμένα τον ίδιο. Το ίδιο συμβαίνει και με τους φίλους μας. Ως προς την ευκολία, διότι δεν εκπλήσσονται με όσα λένε. Θα ήθελα να διέθετα τις δυνάμεις και το ταλέντο, να γράψω ένα δοκίμιο με τίτλο «Η διατύπωση τελεσιδίκων απόψεων, ως επακόλουθο και αίτιο απελπισίας», αλλά δεν.

Σκέφτομαι όμως, ότι δεν μπορεί, μέρος, έστω, της αλήθειας θα το ξετρυπώσουμε (πρόσεξε τον πληθυντικό σε παρακαλώ) σιγά-σιγά, έστω και με τέτοιες ανυπόληπτες μεθόδους. Αλλά προς τι; Πολυλογίες, ενώ προσπαθώ να εξηγήσω γιατί θύμωσα τόσο, προχθές, όταν άκουσα να σχολιάζουν την εμφάνιση σου. Αν δεν ήξερα καράτε...

[...]


*
[ Τα αποσπάσματα ήταν από τις σελίδες 2159-2161 του βιβλίου μου. Για λεπτομέρειες, δες προηγούμενη καταχώρηση. Το γράμμα (η μέηλ;) γράφεται δυο μέρες μετά την επίσκεψη του επιστολογράφου και της υπουργού στο κέντρο όπου εμφανίζεται η Πέγκυ Ζήνα. Ο επιστολογράφος είναι μάλλον προβληματικός τύπος. Εναλλακτικό μότο: «Η κρίση μου δεν είναι άνθος, είναι ωμότητα», στίχος του Νίκου Καρούζου, που τον είδα στο μπλογκ του «αδερφή». Χάρη στο ίδιο μπλογκ, έμαθα για την ύπαρξη του Felix Vallotton (1865-1925), ξυλογραφία του οποίου κοσμούσε επόμενη καταχώρηση. Οι εικόνες εδώ, είναι πίνακες του Vallotton (αν κλικάρεις πάνω τους, θα τις δεις και σε μεγαλύτερο μέγεθος).]
*


buzz it!

 

Comments:
Ωραίο γράψιμο kuk.
Για τη μουσική σηκώνει πολλή συζήτηση, αλλά ,συναισθηματικά, θα έλεγα ότι αν κάποιος έφτιαξε κάτι που τον έκανε, έστω και για λίγο, να νοιώσει τη χαρά της δημιουργίας, είναι σκληρό να του ραγίσεις την καρδιά με αδέκαστες κριτικές.
 
Στην καλύτερη περίπτωση οι απόψεις που ακούω, είναι μεταμφιεσμένες περιγραφές, λιγότερο ή περισσότερο ακριβείς, κι όχι σοβαρή αισθητική αποτίμηση· αν υπάρχει αυτό το φρούτο

Πολύ σωστά. Και συνδέεται ιδανικά με όσα λες στις σσ. 25, 78, 546, 994 και 1054... :-Ρ
 
Ποίημα, kukuzeli, ποίημα. Το λέω πριν το ξαναδιαβάσω και η μαγεία του μετριαστεί (μπαίνοντας περισσότερο στα σημαινόμενα). Το σημαίνον του πάντως, srikes. Ρυθμός και ύφος ανπαιχτατόταμπλ, για να θυμηθούμε τις εποχές του συγχαρητηριολογίου. Το όλον λάμπει από κάτι εσώτατο το οποίο δεν προσδιορίζεται ακριβώς. Θα το πω "πείρα" ή "ωριμότητα" που βουτάει για λίγο στο ποστμόνερν ίσα για να γίνει κλασικό. (αν βούταγε στο κλασικό θα ήταν ήδη ξεπερασμένο- με εννοείς).

Εγώ πάντως το εκδίδω αύριο κιόλας. Και είσαι μόλις στη δύο χιλιάδες τόσο σελίδα. (αυτό θα ήταν καλή ιδέα: η αρίθμηση του βιβλίου να αρχίζει από το 2756 και να διακόπτεται ξαφνικά στην 3123).

Λεξιγίγα. Υφοπλάστη. Ανθρωπογεωγράφε. Ρυθμοκράτη. Στυλίτη! Σαπώ και μια και δυο και σαρανταδιό.
 
Υπερβάλλετε, ω των ιστολόγων αγλάισμα, thas. Δια της παρεμβάσεως σας, γονιμοποιήσατε γενναιόδωρα τα σημαινόμενα των ταπεινών λέξεων, εμού του ελαχίστου. Η καλοσύνη σας άλλωστε είναι παροιμιώδης, ω ψηλαφητά των ψυχών, ω thas μάκαρ, ω Ιστολόγε. Το σκότος κυκλοδίωκτον, ως αράχνη μ' εδίπλωνε, έως ότου ευφράνθηκα με το της παρουσίας σας άρωμα, ω φώτων πάτερ. Έχετε την ικανότητα να αναδομείτε την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων κάθε κειμένου, διό και ημείς, οι σωθέντες τω τόκω σου, κατά χρέος μεγαλύνομεν. Αμηναμηναμήν.
 
Oταν δείς τον αδελφό σου μουσικό να αμαρτάνει(ρίχνοντας πράσινες νότες) σκεπασέ τον με τον μανδύα της αγάπης σου (ή και της φωνής σου).

Αββά Ισαάκ του Σύρου του Μουσικοκριτικού επιλεγομένου.

@Sraosha δέν είναι η 1054 ή σελίδα ,η 1055 είναι:-)
 
Όντως είναι εντυπωσιακό κείμενο. Το σχόλιο του Αλβέριχου όμως μου θύμισε μια ιστορία που λένε για τον Ντεμπυσύ.

Όταν πέθανε ο Ραβέλ, κάποιος φιλόδοξος συνθέτης, πλησίασε τον Ντεμπυσύ κ του είπε ότι έγραψε κάτι στη μνήμη του Ρ πρώτου. Όταν ο Ν. άκουσε το πόνημα, του είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια : " Για να είμαι ειλικρινής, θα προτιμούσα να είχατε πεθάνει εσείς κ να ήταν ο Ραβέλ που είχε γράψει κάτι στη μνήμη σας"...

Άουτς!
 
Πολύ όμορφα τα "αγαπητοποιητά" σας κείμενα.

Τα διάβασα και αντίστροφα αντικαθιστώντας τον daddy με την candy.
Η χαρά της δημιουργίας είναι προσωπική στιγμή του καλλιτέχνη-κατα την ολοκλήρωση του έργου του- και δεν εξανεμίζεται απο τις κρίσεις τρίτων.

(κατήργησα την ειρινέτα και υπογράφω ως...
 
και πολυ όμορφη η πλαστικότητα των γυναικών του καλλιτεχνη που φλοξενειτε.
 
Daddy - σα να λέμε Χούμπερτ Χούμπερτ;
 
Χε χε, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα Πάνο. Αλλά δεσμεύομαι. Διότι η κυρία είναι υπουργός και για δωδεκάχρονη υπουργό δεν έχουμε ακούσει. Μέχρι στιγμής.
 
Κουκ, υποθέτω πως είναι η Φάνη ή η Μαριέττα... Με την άλλη, δεν το διανοούμαι: σου αρέσουν τα κορεάτικα κόμικ, αλλά υπάρχει κι ένα όριο στην εκκεντρικότητα, το οποίο όταν ξεπεραστεί είναι απαραίτητη η βοήθεια του ειδικού - ή και του εξορκιστή...
 
"Όταν την αντιμετωπίζεις σαν καθρέφτη της ευαισθησίας και της προσωπικότητας του υποκειμένου, του γράφοντος ή του ομιλούντος δηλαδή, και δι αυτού της εποχής της."

Όχι, λέω. Το προσωπικό, το αληθινό δεν έχει εποχή. Μας συγκινούν οι εικόνες των ανθρώπων των σπηλαίων όχι ως της εποχής τους, αλλά ως αλήθεια και ομορφιά του ανθρώπου - ένα απλό παράδειγμα. Προς το παρόν, ως εδώ.

Στα λοιπά, ποιός τολμά να σχολιάσει μετά τέτοια Θάσσειον ποιητική προς τιμήν του κειμένου; Ποιαν χρείαν έχετε άλλων μαρτύρων;
 
Εμεινα άφωνος και πεισματικά σιωπηλός επί διήμερο μετά την ανάγνωση.Οσο κι αν ξαναδιάβασα , επέμενα να δηλώνω αν-αρμόδιος αλλά συμπλέων.Άφησα εν τέλει τους Αγίους να βγάλουν το φίδι από την τρύπα και έστειλα το IQ μου για μια siesta με απ'όλα.

Περιορίστηκα-λοιπόν-στην πολυεπίπεδη μελέτη των εικόνων τις οποίες και δεν επιχείρησα να αποκαθηλώσω προς ιδίαν χρήσιν και σας τις επιστρέφω ανέγγιχτες.

Τίποτε όμως (ούτε καν η παθητικότητά μου ενώπιον καλλίγραμων εμπροσθογραφημένων οπισθίων) δεν με εμποδίζει εν κατακλίσει να δηλώσω :

Σωστός !
 
Παράξενες αυτές οι γυναίκες, μοιάζουν με πλαστικές!
Είναι αυτό που λένε «σαν ψεύτικες»

Το ζωγράφο Vallotton δεν τον γνώριζα (ντροπή μου?) κι ευχαριστώ που μου τον σύστησες.

:-)
 
*
Ροδιά κι εγώ έτσι τις βλέπω. Μου άρεσαν, κυρίως, σαν σχήματα, σαν χρώματα. Η δεύτερη εικόνα μου φαίνεται η πιο πετυχημένη. O Valloton πρέπει να ήταν πολύ γνωστός την εποχή του. Alberich, το κακό είναι πως, ό,τι και να κάνεις, όλο και κάποιον θα στεναχωρήσεις. Μιραντολίνα, δεν διαφωνώ. Σκέφτομαι όσους προσπαθούν να μιλήσουν ή να γράψουν για το προσωπικό και το αληθινό, προσωπικά και αληθινά.
*
Τα πάντα εξηγούνται στη σελίδα 3456.
*
 
Δημοσίευση σχολίου

This page is powered by Blogger. Isn't yours?