<$BlogRSDUrl$>

23.10.06

lunge = εφορμώ, χιμώ, ρίχνομαι.
flail ~ κάνω απότομες και σπασμωδικές κινήσεις.
mispunch ~ ρίχνω άστοχη μπουνιά.

Lunging, Flailing, Mispunching ή περί θεολογίας (στ' αγγλικά -
του Terry Eagleton). .
*
Ενδιαφέρον.
*


buzz it!

 

Comments:
Μου το "πρότεινε" το amazon το The God Delusion,και δεν σου κρύβω ότι το παρήγγειλα.
 
Ωχ,τώρα βλέπω ότι πρόκειται για κακή κριτική.Αυτός ο Eagleton δεν θα με συμπαθήσει, αν και έχω ακουστά τον Duns Scotus.
 
Έπραξες άριστα που το παράγγειλες. Προσωπικά τον αντιμετωπίζω με κριτική διάθεση από τότε που είδα ένα ντοκιμαντέρ που πραγματεύεται τα της θρησκείας. Ενδιαφέρον μεν, αλλά ανησυχητικά ρηχό... Ξέρεις όμως πώς είναι αυτά...
 
Πράγματι.Είναι σαν προπαγανδιστικό σταλινικό σκετσάκι που δαιμονοποιεί τον εχθρό.
 
"ανησυχητικά ρηχό"

Αν δεν απεχθανόμουν τον όρο, θα το χαρακτήριζα "αμερικανιά".
*
 
Με λίγη υπερβολή παραπάνω θα γινόταν ένα καλό σκέτς τύπου Μόντυ Πάιθον.
Θέλει να κερδίσει εντυπώσεις, είναι προπαγανδιστικό.Ίσως θέλει και να ξεσπάσει.
Είναι πάντως βρετανιά και όχι αμερικανιά.
Εκεί-στην αρχή- που επισημαίνει τα μειονεκτήματα της μοναχικής πίστης κάποιου ότι είναι ο Ναπολέων απέναντι στην μαζικότητα της θρησκευτικής πίστης, θυμίζει λίγο στο ύφος τον B.Russell
 
Αγαπητέ κ. Κουκουζέλη.

Είναι σαφές ότι τόσο στην πολιτική όσο και στη φιλοσοφία, η θεατρικότητα κατά τη μεταφορά και την εκφορά ενός μηνύματος περισσότερο αφαιρεί παρά προσθέτει στον πομπό του.

Όμως, δεν είναι ο Ντώκινς και ο κάθε Ντώκινς που έχει πρόβλημα με την κάθε θρησκεία, αλλά οι πιστοί κάθε θρησκείας που έχουν πρόβλημα με την αθεία του κάθε Ντώκινς και είναι αυτοί που επιδιώκουν να επιβάλλουν τις απόψεις τους με κάθε μέσο και σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής δραστηριότητας.

Είναι λοιπόν περισσοτερο απαραίτητο παρά ποτέ ( τουλάχιστον κατά την προσωπική μου άποψη) επιτακτικό, να διατυπωθεί ένα ρωμαλέος και λιγουλάκι επιθετικός ( σίγουρα πάντως κατ'αναλογία προς το λόγο της πίστης) άθεος λόγος.

Και ο ίδιος ο Martin Gardner έλεγε πως είναι λάθος να ζητάς αποδείξεις για ισχυρισμούς που γίνονται υπό τη σκοπιά της πίστης. Και ο ίδιος ο Χρήστος Γιανναράς ορίζει την αρχή της Πίστης, εκεί που σταματάει η λογική. Ωραία και σεβαστά όλα αυτά.

Η επιθυμία όμως να ορίζεται η κοινωνική δραστηριότητα και λειτουργία με γνώμονα την πίστη του καθενός, είναι απαράδεκτη και πρέπει να πολεμηθεί με την ίδια ένταση που οι πιστοί επιθυμούν να επιβάλουν τις απόψεις τους στην κοινωνία.

Αν σταθούμε στην αισθητική του μηνύματος, θα συμφωνήσουμε και θα έχουμε μάλιστα την ευκαιρία να κάνουμε και μερικά κομψά σχόλια που θα υπογραμμίζουν υπαινικτικά τα δικά μας σοφιστικέ γούστα. Το ζήτημα όμως θα παραμείνει:

Δεχόμαστε να μεταφέρουμε το δημόσιο βίο στο πεδίο που ορίζεται από το τέρμα της λογικής και δώθε ή κείθε; Ναι ή όχι;
 
Αντιγράφω κάποια πολύ εύστοχα σημεία από το σχόλιο του Baruch:

Η επιθυμία όμως να ορίζεται η κοινωνική δραστηριότητα και λειτουργία με γνώμονα την πίστη του καθενός, είναι απαράδεκτη και πρέπει να πολεμηθεί με την ίδια ένταση που οι πιστοί επιθυμούν να επιβάλουν τις απόψεις τους στην κοινωνία.

Δεχόμαστε να μεταφέρουμε το δημόσιο βίο στο πεδίο που ορίζεται από το τέρμα της λογικής και δώθε ή κείθε; Ναι ή όχι;

Όχι, με τίποτε. Το λέω κι εδώ.
 
Αγαπητέ Spinoza,

Ανήκουμε στο ίδιο στρατόπεδο (προσέξτε την μεταφορά του στρατοπέδου και θυμηθείτε το παράλογο που κουβαλάει). Ειδικά οι “μουσουλμάνοι” εξτρεμιστές με τρομάζουν. Ως προς αυτούς είμαι, ως Έλληνας πολίτης, 100% (άντε, 93,2%), με το μέρος της “Δύσης”. Πολύ φοβάμαι ωστόσο ότι ο “επιθετικός λόγος” στον οποίον αναφέρεστε είναι κυρίως Επιθετικότητα (και λατρεία του στυλ) και κατ ελάχιστο Λόγος.

Επί τη ευκαιρία διαβάστε στο ποστ που παραπέμπει ο Σραόσα για τον Συνέσιο Κυρηναίο. Έχει ενδιαφέρον το ότι αυτός ο μαθητής της Υπατίας (“μητέρα και αδελφήν διδάσκαλον”), αρνιόταν πεισματικά να αποδεχτεί την εκλογή του ως επισκόπου της ορθόδοξης εκκλησίας (γιατί, όπως εξηγούσε, αν και δεν αδιαφορούσε για την χριστιανική πίστη, παρέμενε εθνικός), αλλά ο πατριάρχης Θεόφιλος (Αλεξανδρείας -εκείνος που τον πάντρεψε) επέμενε εξ ίσου πεισματικά. Ο Συνέσιος υπέκυψε υπό τον όρο “τα μεν οίκοι φιλοσοφών, τα δ’ έξω φιλομυθών”. Και ο Θεόφιλος το δέχτηκε. Η δράση του ως επισκόπου ήταν επιτυχέστατη (υποδειγματική λένε κάποιοι).

Νομίζω ότι προκειμένου να αντεπεξέλθουμε σε άμεσες πολιτικές ανάγκες, μεταφέρουμε άκριτα το αντικληρικό πνεύμα του 19ου αιώνα στον 21ο . Το ίδιο πρόβλημα έχει και η Εκκλησία της Ελλάδος, το ίδιο, μου φαίνεται, κι ο Ντώκινς... Αλλά δεν εξαρτάται από τις δικές μου (ή τις δικές σας) ιδιαιτερότητες το πώς θα διεξαχθεί ο πολιτικός αγώνας στη χώρα μας και διεθνώς...

Δεν είχα όμως την πρόθεση να αναφερθούμε σ’ όλα αυτά όταν ανέβαζα το ποστάκι. Δεν διαθέτω καν τα προσόντα για να τα κουβεντιάσω με σοβαρότητα σε βάθος. Υποθέσεις κάνω... “Πηγαίνω βόλτα στο σταθμό κι αλλάζω θεωρίες”...
*
Στα νέα ελληνικά κυκλοφορεί το έργο του Συνέσιου “Φαλάκρας εγκώμιο” στις εκδόσεις Γρηγόρη. Από την εισαγωγή (του Γ. Μεταλληνού) κι απ' τον Σραόσα έμαθα τα λίγα που ξέρω γι αυτόν.
*
 
Η πίστη πως η κοινωνία είναι άθροισμα ατόμων, αυτή η πίστη περιλαμβάνεται σ' εκείνες που καλό είναι μένουν εκτός της δημόσιας σφαίρας;
 
Φαλάκρας εγκώμιον

Aγαπητέ Κουκουζέλη,
Με καραφλιάσατε!!!

Στα όσα αναφέρει ο Κύριος Σπινόζα θα ήθελα να κάνω δύο επισημάνσεις (με μπόλντ) σ’ ένα κομμάτι του δικού του κείμενου.

«...Όμως, δεν είναι ο Ντώκινς και ο κάθε Ντώκινς που έχει πρόβλημα με την κάθε θρησκεία, αλλά οι πιστοί κάθε θρησκείας, που έχουν πρόβλημα με την αθεία του κάθε Ντώκινς και είναι αυτοί που επιδιώκουν να επιβάλλουν τις
απόψεις τους με κάθε μέσο
και σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής δραστηριότητας...»

Ενώ εσείς αγαπητέ Σπινόζα (όπως και ο Ντώκινς) δεν προσπαθείτε, να επιβάλλετε τις δικές σας απόψεις στην κοινωνική δραστηριότητα; To κάνετε σίγουρα ( όπως όλοι μας) αλλά πιθάνα θα αυτό - αθωώνεστε πιστέβοντας ότι δεν χρησιμοποιείτε, ή ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται βία ;

«Οι πιστοί κάθε θρησκείας»... έχετε ιδέα για τι αριθμό περίπου ανθρώπων μιλάτε και σε τι κομμάτι του ανθρωπίνου γένους αναφέρεστε ;

Στην θεολογική υπήρχε ένας πολύ καλός καθηγητής ο οποίος επαναλάμβανε ότι μηδενισμός είναι η απολυτοποίηση του σχετικού. Οπου απολύτον εδώ ο μέγιστος αριθμός των ανθρώπων και σχετικό η δική σας ή η δική μου μια γνώμη ενάντια στα
δισεκατομμύρια των υπολοίπων.

Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση του να μην είμαστε τόσο βίαιοι μηδενιστές στο βάθος (γεμίζοντας κείμενα με το τι πρέπει να πολεμηθεί) , αλλά Χριστοί. Αναρωτιέμαι, μπορούμε να κάτσουμε να μας σταυρώσουν;

Για να μην παρεξηγηθείτε και νομίζετε ότι σας την πέφτω δικτυακά θα σας γράψω μόνον ότι οι Εικονομάχοι π.χ. στη βάση της πολιτικής τους είχαν δίκιο απέναντι στους Εικονολάτρες (θέλανε να πολεμήσουν τη δεισιδαιμονία)... Τι αίμα χύθηκε, ποιοί τελικά και γιατί επικράτησαν;
Τι διαφοροποιεί τον Συνέσιο και τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας { Μεγάλοι Ανατολικοί Πατέρες του 4ου αιώνος} με όλα αυτά; Αν όχι η μεταξύ τους κατανόηση και προσωπική σχέση!
Σ’ αυτές τις απαντήσεις κρύβεται η ουσία και όχι στις πολιτικές των «διαφόρων» πολεμικών.

θα συμφωνήσω με τον Μπατζανάκη για το πόστ εκείνο, και τον Ακίνδυνο πολλώ μάλλον!
 
Μισή μόνον παρατήρηση κι εγώ Γεώργιε. Η συζήτηση για την πίστη δεν γίνεται σε ουδέτερο έδαφος, ούτε εδώ ούτε πουθενά στον κόσμο. Το έδαφος έχει καλλιεργηθεί συστηματικά, κατά τους σκοτεινούς χρόνους εξουσιαστικής διαχείρισης της ανθρώπινης αγωνίας (του θανάτου). Να μην επεκταθώ, συνεννοούμαστε νομίζω.
Στη Δύση η πράξη της αθεΐας δεν αποτελεί πλέον ταμπού. (Αποτελεί μάλλον κοινό μυστικό μεταξύ των ανθρώπων). Αντίθετα η δήλωσή της, πέφτει πάντα σαν κεραυνός εν αιθρία. Σαν άρνηση νομιμοφροσύνης.

(Αλλιώς: έχε βρε παιδί μου τις εξωσυζυγικές σου σχέσεις αλλά μην τις αποκαλύπτεις και στη σύζυγο! Σπρώχνε καλύτερα όσα μπορείς κάτω από το χαλί…)

Δεν είναι καθόλου απλό το ζήτημα.
 
Ο ΄Ηγκλτον έχει δίκιο να κατηγορεί τον Ντώκινς για ύφος ιεραποστολικό. Ήδη στον πρόλογο του God Delusion ομολογείται ότι στόχος του βιβλίου είναι να «διεγείρει συνειδήσεις» -όπως λένε και οι παπάδες, να «αλιεύσει ψυχές»- από τον ίλιγγο της μεταφυσικής φαντασίωσης.

Όμως, το βιβλίο του Ντώκινς είναι από πολλές απόψεις διαφωτιστικό (για ν’ αφήσουμε κατά μέρος τις αφηγηματικές αρετές του).
Στο κέντρο της επιχειρηματολογίας του, ο Ντώκινς θέτει την πρόταση ότι «είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο θεός δεν υπάρχει». Αυτό το «σχεδόν» τον απαλλάσσει –νομίζω- από το ανάθεμα του δογματικού. Κι αυτό γιατί το "σχεδόν" δεν είναι πόζα μετριοπάθειας, αλλά προϊόν του ορθού λόγου. «Δεν μπορείς να ανταποδείξεις κάτι που δεν υπάρχει», εξηγεί ο Ντώκινς.

Ο Ήγκλτον, από την άλλη, επιστρατεύει τις μαρξιστικές του προϊδεάσεις για να αποδομήσει τον «Οξφορδιανό» αντίπαλό του, τον «ταξικό εχθρό» του. Αντιπαραθέτει μια ανθρωπιστική κατασκευή της θεολογίας (αποσιωπώντας την απάνθρωπη θρησκευτική πραγματικότητα). Μας λέει ότι για να αγαπάμε έχουμε ανάγκη τον θεό (αποσιωπώντας την απάντηση του Ντωκινς σ’ αυτή την αυθαίρετη υπόθεση). Μας πείθει, τέλος, πόσο κοντά βρίσκονται ο μαρξιστής και ο –επαναστάτης- Ιησούς, που «δολοφονήθηκε από το αυτοκρατορικό κράτος της Ρώμης…»

«Είναι σαν κάποιον που εξισώνει τον σοσιαλισμό με τα Γκούλακ», λέει ο Ήγκλτον για τον Ντώκινς. Όμως ο ίδιος, με τη συνηγορία του υπέρ της θρησκείας, είναι σαν κάποιον που ‘σιδερώνει’ την ιστορία, προσποιούμενος ότι Γκούλακ –σταυροφορίες, Δίδυμοι Πύργοι και Χριστόδουλοι- δεν υπήρξαν.

(Ήθελα να πω κι άλλα, αλλά θα κάνω κατάχρηση του χώρου σας).
 
Με πιάνετε αδιάβαστο στο θέμα των συγγραφέων που αναφέρεστε. Ωστόσο, αυτά που διάβασα, μέσα απ' τα σχόλιά σας, με ωθούν να γράψω κι εγώ κάτι. Η πίστη, νομίζω, δηλώνει την παρουσία της με την μορφή μιας εσωτερικής και απολύτως εξατομικευμένης εμπειρίας. Υπ' αυτήν την μορφή δεν είναι δυνατόν να μελετηθεί ως αντικειμενικότης. Η πίστη, γίνεται αντικείμενο μελέτης από την στιγμή που θα διακηρυχθεί. Ο λόγος που η πίστη διακηρύσσεται προκύπτει από την ανάγκη του ανθρώπου να μοιραστεί με άλλους τις εσωτερικές του εμπειρίες. Ο πιστός όταν διακηρύσσει την πίστη του δεν διαφέρει από τον καλλιτέχνη που κοινοποιεί τις ιδέες, τα αισθητικά βιώματά του μέσω του έργου του. Μέχρι στιγμής, θέλω να πιστεύω (sic), ότι έχει γίνει κατανοητό ότι μιλώ για την πίστη καθεαυτήν και όχι για την πίστη ως νόμισμα. Όταν η πίστη διακηρυχθεί, τότε αναπόφευτα τρέπεται σε κοινωνική δήλωση, και έτσι μπαίνει στη σφαίρα των κοινωνικών διεργασιών. Από τη διακήρυξή της και μετά η πίστη καθίσταται αντικέιμενο και μπορεί να μελετηθεί, όχι όμως ως καθεαυτήν πίστις, αλλά ως λόγος διακηρύσσων. Από εδώ και πέρα ανοίγονται δύο πεδία:

α)Η διακηρυχθείσα πίστις ως εξωτερίκευση ατομικής εμπειρίας και
β) η πίστις ως συνομολογία.

Η αναλογία στην τέχνη είναι η εξής:

α')το έργο του Πικάσσο που αναδύει τον κυβισμό και
β') ο κυβισμός ως ρεύμα.

Τα ερωτήματα τώρα που προκύπτουν είναι τα εξής:

α)Είναι δυνατόν η πίστις να παραμείνει αδιακήρυχτη; Δηλαδή, είναι δυνατόν η πίστις, όπως και μια καλλιτεχνική ιδέα, πριν αντικειμενικοποιηθούν, η μεν ως διακήρυξη, η δε ως έργο, να μπορεί να θεωρηθεί ότι καθορίζουν ή μάλλον προσδιορίζουν, ή ακόμα οξύτερα, αναδιαμορφώνουν το άτομο που έχει το αντίστοιχο βίωμα, έτσι ώστε ακόμα και αν δεν διακηρύξει την πίστι, αν δεν πλάσει το καλλιτεχνικό έργο, να έχει σε τέτοιο βαθμό αναδιαμορφωθεί, ώστε οι γύρω του να καταλάβουν την αλλαγή; Εδώ, ας μην ξεχνάμε ότι διακήρυξη μπορεί να γίνει και με μία αλλαγή συμπεριφοράς, όπως και μια καλλιτεχνική ιδέα μπορεί να εκφραστεί, μάλλον να υποδηλωθεί μέσα από την κριτική-επιφυλακτική στάση απέναντι σε έργα ή ρεύματα. Άλλο όμως υποδήλωση και άλλο δήλωση. Θέλω να πώ ότι σε αντίθεση με την θεωρητική φυσική η οποία αναμένει και αναζητά μεθοδικά εκ των υστέρων την επαλήθευσή της, η πίστις και η τέχνη, πρώτα επαληθεύονται ως εσωτερική εμπειρία και κατόπιν "θεωρούνται". Επιστρέφοντας λοιπόν στην ρίζα αυτού του ερωτήματος, νομίζω ότι η πίστις και η καλλιτεχνική ιδέα έχουν ίδιον το να αναδιαμορφώνουν το άτομο εν τη γενέσει τους και ταυτόχρονα να το ωθούν στην έκφραση της εσωτερικής του εμπειρίας. Άρα, δεν είναι δυνατόν ένας πιστός να μην διακηρύξει την πίστη του, ένας καλλιτέχνης να μην πλάσει το έργο του.

β)Η πίστις γεννά διαλλακτικότητα ή αδιαλλαξία; Νομίζω, ότι η πίστις γεννιέται μέσα από την αμφιβολία, είναι ουσιαστικά μια παράκαμψη του λόγου, της λογικής διαδικασίας, η οποία γέννησε την αμφιβολία, αλλά δεν μπορεί "λογικά" να γεννήσει την νέα μορφή: δεν με εκφράζουν αυτά που αισθάνομαι ότι με προσδιορίζουν, δεν μου αρέσει η μορφή μου, λογικά δεν μπορώ να διαμορφώσω εικόνα της μορφής που επιθυμώ και ξάφνου βλέπω την επιθυμητή εικόνα να αναδύεται στο πλάι της οδύνης του λόγου, αλλά όχι μέσα από τις ωδίνες του λόγου. Δεν μπορώ να εξηγήσω το πώς συνέβη, αλλά διαπιστώνω ότι ο λόγος συμφωνεί, η νέα μου εικόνα έχει τον λόγο της. Αυτό με ωθεί να προβάλλω την νέα μου εικόνα κοινωνικά. Θυμούμαι όμως τις αμφιβολίες μου, πώς μπορώ να είμαι αδιάλλακτος με κάποιον που μέσα από ανάλογες διαδικασίες πίστεψε σε κάτι διαφορετικό; Από δω και πέρα τα πράγματα μου φαίνονται απλά: Αν η πίστις μου ως διακήρυξη εμπεριέχει και το στοιχείο της συνομολογίας, τότε πρέπει να διακηρύσσει και την οδύνη της αμφιβολίας που την εκάλεσε. Και αν οι συνομολογούντες με μένα δεν συνομολογούν αυτήν την οδύνη, τότε να διαχωρίσω εαυτόν. Νομίζω, ότι τώρα ξεκαθάρισε και η έννοια της "πίστεως ως νόμισμα", που προανέφερα. Πρόκειται για την πίστι που διακηρύσσεται μεν, δεν έχει βιωθεί δε. Την πίστι-νόμισμα που όφελος θα φέρει την ασφάλεια που νιώθει κάποιος όταν ανήκει σε μια ομάδα, όσο μεγαλύτερη και δυνατότερη τόσο το καλύτερο. Την πίστη-νόμισμα που θα χαρίσει στον πιστό της την άγρια απόλαυση της επικράτησης σε μια σειρά από διαμάχες. Την πίστη-νόμισμα που δεν μπορεί να ερμηνευτεί παρά μόνον με την ψυχολογία του όχλου.
 
Δημοσίευση σχολίου

This page is powered by Blogger. Isn't yours?