<$BlogRSDUrl$>

15.11.08

Πενήντα σελίδες. 

Μετακόμισα. Και είμαι δυο μήνες και βάλε χωρίς σταθερό τηλέφωνο.

2008: Ο ΟΤΕ στο Χαλάνδρι δεν είναι σε θέση, εφτά συνολικά μήνες τώρα, να συνδέσει μια ολόκληρη (καινούργια) πολυκατοικία με το δίκτυο του. Ο Οργανισμός δεν ευκαιρεί διότι ασχολείται, είναι φανερό, με την επανίδρυση του κράτους και δεν κατάφερε να κάνει τον απαραίτητο προγραμματισμό. Όμως ανοίγοντας το κομπιούτερ, μετά από καιρό, ανακάλυψα ότι μπορώ να συνδεθώ με το διαδίκτυο πλαγίως: Ο υπολογιστής ανιχνεύει, κάπου στη γειτονιά μου, ένα αφύλαχτο ασύρματο δίκτυο. Η σύνδεση χάνεται (συχνά) και επανέρχεται (σπάνια). Να είναι καλά ο άνθρωπος που δεν φυλάγεται. Άλλος τρόπος εισόδου είναι να χρησιμοποιήσεις ως μόντεμ το κινητό σου. Αλλά η ταχύτητα είναι απελπιστική και ο λογαριασμός σε γονατίζει.

Η ανανέωση της επαφής με το ίντερνετ με έκανε να πάρω το μέμορυ-στικ μου και να επισκεφτώ ένα ίντερνετ καφέ. Τώρα που έβαλα και κουρτίνες στο σπίτι μπορώ επιτέλους να βγω από τη σιωπή μου. Πότε θα ξαναέρθω δεν ξέρω.

Τα πιο πρόσφατα νέα είναι ότι μου φτιάχνει τα δόντια ο Νικήτας, ο καλύτερος οδοντίατρος του κόσμου:



[Μου ερχόταν πολύ περίεργες εικόνες στο παρελθόν κάθε φορά που άκουγα για γέφυρες στο οδοντιατρείο.]

Στον τομέα της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας τώρα: Δωροδοκήσαμε, με περίπου οχτώ χιλιάρικα, ο εργολάβος, ο εργολάβος που έφτιαξε την πολυκατοικία όπου μετακόμισα, κι εγώ, μερικούς δημόσιους λειτουργούς.

[Ένα μπαχτσίσι που προέκυψε ξαφνικά και (σχεδόν) εκ του μηδενός… Κοντέψαμε να πάθουμε συμφόρηση. Ο εργολάβος δήλωσε ότι «σκέφτηκα να σημαδέψω τα χαρτονομίσματα και να τους καταγγείλω στην αστυνομία, αλλά στις επόμενες οικοδομές θα με σκίσουν». Όσοι γνωρίζουν, θα καταλάβουν αμέσως για ποια υπηρεσία μιλάω. Οι υπόλοιποι θα το καταλάβουν μετά πάροδο δεκαλέπτου. Γαμώ την επανίδρυση, γαμώ… Οι νταβατζήδες κάθονται δίπλα σου και δεν είναι μεγιστάνες του πλούτου.]

Τα παλαιότερα νέα: Την άνοιξη που μας πέρασε ο Σέργιος (φίλος μου)



μού ανακοίνωσε ότι το Φθινόπωρο θα γινόταν παρουσίαση του βιβλίου του στο βιβλιοπωλείο του Ευριπίδη, εδώ στο κέντρο του Χαλανδρίου.
-Θέλεις να πεις δυο λόγια;
-Αμέ.
Με μια μετακόμιση να επίκειται, η μοναδική περίοδος που θα μπορούσα να συγκεντρωθώ και να γράψω κάτι ήταν τον Αύγουστο, στις διακοπές. Συγκεντρώθηκα, με τη βοήθεια μιας άλφα ποσότητας βότκας, και κατάφερα κι έγραψα κάτι:

*


Στην μνήμη της Κατερίνας Δανιηλίδου


[...]

Παραμένει δύσκολο να μιλήσω για ανθρώπους ή πράγματα που αγαπώ. Ανοίγω το στόμα μου και ακούω να κελαρύζουν μονότονα ρυάκια κοινοτοπιών. Φιλοδοξώ να γράψω ταινίες και καταλήγω μ’ ένα μάτσο θολές φωτογραφίες στο χέρι. Δεν έχω το χάρισμα. Κάποτε όμως βάζω ο ίδιος το πιστόλι στον κρόταφο και προσπαθώ να εκφραστώ, ελπίζοντας ότι ο εαυτός μου θα δείξει επιείκεια. Για τους υπόλοιπους ποντάρω στους καλούς τους τρόπους, υπολογίζοντας ότι θα χασμουρηθούν αφού μου πουν αντίο. Η συνέχεια έχει γίνει πια προβλέψιμη: Κάνω ό,τι κάνω, ύστερα βράζω για λίγο καιρό στο ζουμί μου και στο τέλος διαπιστώνω ότι έχει κι η προσπάθεια τη χάρη της.

[...]



Όταν διάβασα τις πρώτες πενήντα σελίδες του «Στάχτες» ήμουν φιλοξενούμενος του Σέργιου στο Ναύπλιο. Δίπλα μου κοιμόταν, στο πάτωμα, ο Νικήτας, ο καλύτερος οδοντίατρος του κόσμου. Στο διπλανό δωμάτιο ροχάλιζε ο συγγραφέας. Μυρωδιά ανθρωπίλας παντού, το έντονο άρωμα που μόνο εκείνοι που τα έχουν κοπανήσει ελαφρά το προηγούμενο βράδυ ξέρουν να αναδίδουν.

Μόλις είχα ξυπνήσει και δεν ήταν ακόμα ώρα για καφέ. Σηκώθηκα από το ράντζο αργά, όσο μπορούσα αθόρυβα, και κάθισα στην καρέκλα πίσω απ' το γραφείο. Τα παντζούρια του δωματίου ήταν κλειστά. Πάτησα προσεκτικά το κουμπί του πορτατίφ και το χαμηλό φως έδειξε έναν μικρό πάκο χαρτιά, σαν ξεχασμένο στην επιφάνεια του γραφείου. Ο σωρός βρισκόταν στα αριστερά της πεδιάδας των Ακατάληπτων Σημειωμάτων, μεταξύ της οροσειράς των Ρόθμανς και των λιμνών των Γεμάτων Τασακιών. Τράβηξα τα χαρτιά προς το μέρος μου και έμεινα ακίνητος διαβάζοντας.

Μου είχε πει, πριν από καιρό, ότι ξεκίνησε να γράφει καινούργιο βιβλίο. «Μια ιστορία έρωτα. Ένα τρίγωνο. Μια γυναίκα και δυο άντρες. Θα πρωταγωνιστεί κι ένας πυροσβέστης.» «Ο Συμεών θα παίζει;» είχα ρωτήσει. [Ο Συμεών ήταν ο ήρωας, ας τον πούμε ήρωα, του πρώτου βιβλίου· του «Κάσκο.»] «Ίσως κάνει μια εμφάνιση» απάντησε βαριεστημένα. Στις πενήντα σελίδες, που είχα αρχίσει να διαβάζω, ξημερώνοντας στο Ναύπλιο, ο Συμεών είχε αναβαθμιστεί σε πρωταγωνιστή. Μαζί του ο αστυνόμος Χαλκίδης. Και μια ηθοποιός της οποίας η απουσία γέμιζε το σύμπαν. Η Σόνια.

Κατά κάποιο τρόπο είχα συμβάλλει κι εγώ για να βγουν απ' το μυαλό του αυτές οι σελίδες. Είχαν προηγηθεί βλέπεις, και συνεχίστηκαν έως το τέλος, οι συνήθεις πιέσεις στον συγγραφέα από τους άμεσα ενδιαφερόμενους:

-Γράφεις;
-Γράφω.
-Πίνεις πολύ.
-Το έκοψα. Σχεδόν.
-Καπνίζεις πολύ.
-Το έχω ελαττώσει.
-Πόσες σελίδες έγραψες σήμερα;
-Όσες μπόρεσα.
-Τηλεφώνησαν απ’ το Χόλυγουντ.
-Το ξέρω.
-Θέλουν να μάθουν που πήγε η προκαταβολή που έδωσαν.
-Το έχω υπ’ όψη μου.
-Δώσε καμιά σελίδα να διαβάσω.
-Όταν θα είμαι έτοιμος.

Του χρειάστηκαν έξι χρόνια για να ετοιμαστεί.

Μια πρώτη διαπίστωση: Δεν θα κατάφερνα και πάλι να διαβάσω σαν να διάβαζα έναν άγνωστο. Τρέχοντας γραμμή-γραμμή στο κείμενο ή σταματώντας στην αρχή μιας παραγράφου, ένοιωθα να τρέχει ή να στέκεται δίπλα μου [το προηγούμενο βιβλίο του,] το «Κάσκο». Στάθηκε αδύνατο να σβήσω μίλια διαβασμένης ύλης.

Φυσικά δεν ήταν μόνο το βιβλίο που στεκόταν στο πλευρό μου. Με τον Σέργιο γνωριστήκαμε, αν θυμάμαι καλά, το 1978. Πέταξα μια εξυπνάδα, γύρισε και με κοίταξε, η σωστή έκφραση είναι μάλλον «με κάρφωσε», και συνέχισε την κουβέντα με την παρέα του. Πολύ αδύνατος, με μακρύ μαλλί, παντελόνι σωλήνα. Στον λαιμό του ένα τεράστιο κασκόλ. Μήνες αργότερα, αργά το βράδυ, θυμάμαι να συζητάμε για τον Άρη, έναν απ τους πρώτους καθοδηγητές του στην Οργάνωση, δυο-τρία χρόνια μεγαλύτερό μας. Συζητήσεις, με θέμα συζητήσεις, οι οποίες έδιναν ατελή μορφή στις καθημερινές εμπειρίες μας. «Αυτό το ανθρώπινο υλικό διαθέτουμε, με αυτό οφείλουμε να προχωρήσουμε». Η φράση ήταν η κεντρική ιδέα όσων προσπάθησε να του μεταδώσει ο Άρης, ο άξονας γύρω από τον οποίο χτίζονταν τα επιχειρήματα ή διαμορφώνονταν οι ενστάσεις μας. Ήταν μια καλή αφετηρία ανθρωπογνωσίας για πιτσιρικάδες στη δεκαετία των είκοσι: Εικοσιένα ο ένας τότε, είκοσιτριών ό άλλος. Έχω μείνει με την εντύπωση ότι όλες οι κουβέντες μας έγιναν στα μπροστινά καθίσματα του Φιέστα, την ώρα που εκείνος οδηγούσε με κατεύθυνση το σπίτι μου, αλλά, προφανώς, θυμάμαι λάθος. Κάμποσα χρόνια αργότερα ακολούθησαν παθιασμένες κουβέντες για τους Αχαρνής του Σαββόπουλου. Αυτός υπέρ, εγώ κατά. Συγκροτημένη σκέψη, καθαρά επιχειρήματα και υπομονή. Υπομονή και επιμονή. Συνυπήρχαν η επιθυμία να κερδίσει την κουβέντα και η επιδίωξη να είναι τίμιος προς τον συνομιλητή του. Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Οι συζητήσεις για τους Αχαρνής πρέπει να έφταιγαν που μετά τη λαίλαπα του ‘89, έγινα δεξιός. Εκείνος παρέμεινε αριστερός· αν θέλεις όμως βάλε σε εισαγωγικά και τους δύο χαρακτηρισμούς.

Παρέκβαση τέλος, επανέρχομαι. Τέλειωσα λοιπόν την ανάγνωση και ήταν σαν να είχα ξυπνήσει ύστερα από βαθύ απογευματινό ύπνο. Νωρίς το πρωί στο Ναύπλιο και αισθανόμουν εκτός χρόνου. Τι είχα διαβάσει;



Ένας τρισέλιδος πρόλογος, κάτι σαν παραλήρημα, ακολουθούμενος από τριάντα, περίπου, σύντομες σκηνές, καλύπτουν, μαζί, γεγονότα τριών ημερών. Τα δεδομένα της ιστορίας παρουσιάζονταν με ταχύτατο ρυθμό. Όπως σε κάποιες ταινίες που η κάμερα στο χέρι πετάει αεικίνητη από πρόσωπο σε πρόσωπο, από στιγμή σε στιγμή. Οι σύντομες σεκάνς με άρπαξαν απ' τον γιακά προκειμένου να με οδηγήσουν στα επόμενα κεφάλαια, τα οποία εκείνη τη στιγμή μπορεί να ονειρευόταν ο συγγραφέας. Το ό,τι το κείμενο ήταν γραμμένο σε τρίτο πρόσωπο, έκανε πειστικότερη την κινηματογραφική παραίσθηση. Κατά τη γνώμη μου, διάβαζα κάτι τόσο λαϊκό όσο ο κινηματογράφος πριν πενήντα χρόνια.

Εύρισκα, όπως πάντα, απόηχους όσων τον απασχολούν ή τον απασχόλησαν κάποτε, αλλά ταυτόχρονα διαπίστωνα την προσπάθεια να συλλάβει τα κοινά ενδιαφέροντα και την ψυχοσύνθεση μεγάλων ομάδων του πληθυσμού και να τα μετασχηματίσει, προφανώς με κόπο και ιδρώτα, σε έργο τέχνης, ψυχωφελές ή διασκεδαστικό ή και τα δύο. Στην προσπάθεια αυτή δεν χρειαζόταν εκθέσεις διευθυντών μάρκετινγκ ή περισπούδαστες έρευνες αγοράς. Μοναδικό του εφόδιο η αγάπη [ή η ανάμνηση της αγάπης] για ένα παλιό, δοκιμασμένο και διακριτό λογοτεχνικό είδος, τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Ένα είδος που αγάπησε μικρός γιατί έβαλε η τύχη το χεράκι της. Ένα είδος στο οποίο μένει (μέχρι στιγμής) πιστός ενώ ταυτόχρονα το ανανεώνει, χωρίς όμως να επιδιώκει την ανανέωση του.

Μου θυμίζει μαραγκό που θα ήθελε το τραπέζι που έφτιαξε να αρέσει. Να αγοράσουν το έπιπλο όσο γίνεται περισσότερα σπίτια. Να ακουμπήσουν οι αγοραστές επάνω του το ουίσκι τους, ξηρούς καρπούς, μια εφημερίδα που περιέχει, στην πέμπτη σελίδα κάτω-κάτω, την νεκρολογία ενός ηθοποιού που σε συγκίνησε· να ακουμπήσουν σουβλάκια από το γειτονικό μαγαζί, ένα σάντουιτς φτιαγμένο στα γρήγορα γιατί ξεθεώθηκες στη δουλειά, σκοτεινά σταχτοδοχεία γεμάτα αποτσίγαρα της προδοσίας ή ένα πιάτο το οποίο στολίζει η φιλοδοξία να γοητεύσει. Αυτός ο ιδεατός μαραγκός δουλεύοντας συνεχώς, καθώς περνά ο καιρός, βελτιώνει ή αλλάζει το στυλ του επίπλου, αλλά, ανεξαρτήτως στυλ, ένα τραπέζι χρησιμεύει πάντα για να ακουμπάς πράγματα. Εγώ κάπως έτσι χρησιμοποιω το περιεχόμενο ενός βιβλίου.

Τελειώνοντας το διάβασμα ήμουν σίγουρος ότι μόλις είχα συναντηθεί με τρεις κατηγορίες γυναικών. Απλοποιώ, αλλά ιδού: Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνες με τις οποίες είμαστε ερωτευμένοι. Πρόκειται για όντα τα οποία είναι σε θέση να μας προσφέρουν την απόλυτη ελευθερία, δηλαδή την ελευθερία της νηφαλιότητας μπροστά στο άγνωστο. Κάνουμε ό,τι μας ζητούν ή ό,τι υποθέτουμε ότι θα μας ζητήσουν. Αν μας ακούσεις να τους δίνουμε συμβουλές, το κάνουμε για το θεαθήναι. Κοντά τους ζούμε υπό το κράτος μιας διαρκούς απορίας: Μπορούμε να αγαπήσουμε ή μήπως δεν μπορούμε; Στις σελίδες που διάβασα, η εικόνα μιας τέτοιας γυναίκας ήταν ικανή να σου κάψει τα μάτια ή το πρόσωπο. Παρούσα, η ίδια γυναίκα ήταν σε θέση να χαρίσει με ευκολία μαγικούς ψιθύρους και ξεχασμένες κραυγές.

Τώρα, στη δεύτερη κατηγορία γυναικών ανήκουν εκείνες που δεν είναι ακόμα ώριμες να ερωτευθούμε, αν και τίποτα δεν αποκλείεται. Εδώ θα βρούμε εκείνες που προτιμούν να κατοικούν σε μπαρ, χαρτοπαικτικές λέσχες και άλλα ανάλογα. Τις εντυπωσιάσαμε, χωρίς να έχουμε καταλάβει καλά-καλά το γιατί. Μερικές φορές ξυπνούν το πρωί στο πλάι μας, έχοντας παίξει το παλιό συναρπαστικό παιχνίδι με το σαρκίο μας. Το είδος αυτό τείνει σχεδόν πάντα χείρα βοηθείας ή είναι διατεθειμένο να το κάνει.

Τέλος, στην τρίτη κατηγορία ανήκουν όλες όσες χρειάζονται ή χρειάστηκαν επειγόντως τη βοήθειά μας. Το αν έχουμε ή δεν έχουμε τη δυνατότητα να την παράσχουμε δεν έχει σημασία, τουλάχιστον όσο κινούμεθα στην επικράτεια των βιβλίων. Εκπρόσωπος αυτής της κατηγορίας, εδώ, μια μετανάστρια: «Η Μορενίκε με τη μικρή να γελάει βουτώντας τα δάχτυλά της στο ποτό του Νόνι».

Σόνια, Ράνια και Μορενίκε: Οι τρεις κατηγορίες γυναικών. Οι τρεις χάριτες.

Τα λεγόμενα σκοτεινά αστυνομικά διέδωσαν παγκοσμίως, μεταξύ άλλων, έναν τύπο γυναίκας: Τη φαμ-φατάλ. Τη γυναίκα-καταστροφή, τη γυναίκα-τυφώνα. Στα βιβλία, αυτό το πλάσμα πληρώνει συνήθως ακριβά τη φύση του. Αν όμως ο συγγραφέας είναι ένα είδος θεού, τότε ο Σέργιος χρησιμοποιεί τη θεϊκή του ιδιότητα για να συγχωρεί, που λέει ο λόγος, γυναίκες. Γι αυτό δεν έχω συναντήσει φαμ-φατάλ σε όσα δικά του διάβασα. Ίσως γιατί, σαν οπαδός της ισότητας που είναι, θεωρεί ότι όλες οι γυναίκες είναι φατάλ, με τον τρόπο της η κάθε μια. Δεν αποκλείεται όμως να ισχυριζόταν ότι δεν συναντηθήκαμε, γιατί οτιδήποτε κάνει μια γυναίκα είναι εντέλει ωφέλιμο για την ψυχή του άντρα που έχει δίπλα της. Εν κατακλείδι, νομίζω ότι ο Σέργιος ενώ κινείται στα πλαίσια που ορίζουν ένα παραδοσιακό σκοτεινό αστυνομικό μυθιστόρημα, πρωτοτυπεί ιδιαίτερα, όσον αφορά τον χειρισμό των γυναικείων χαρακτήρων.

Και οι άντρες; Ο αστυνόμος Χαλκίδης; Ο δικηγόρος Πιερτζοβάνης; Οι άντρες, ιδιαίτερα οι πρωταγωνιστές, βρίσκονται εκεί πρωτίστως για να ονειρεύονται τις γυναίκες και δευτερευόντως για χάρη της πλοκής. Ανάμεσα σε ελπίδα και νοσταλγία έχουν κάνει την επιλογή τους: Σπάνια θα θυσιάσουν στο θεό του Μέλλοντος, θα προσφέρουν όμως δεκάδες σφάγια, συνήθως κομμάτια από το σώμα τους, στο θεό του Παρελθόντος. Σέβονται τις αρχές που τους έμαθαν οι παλαιότεροι, αλλά πολύ συχνά, προκειμένου να μείνουν πιστοί στο πνεύμα των αρχών τους είναι υποχρεωμένοι να τις παραβούν. Προσπαθούν να κάνουν την καψοδουλειά τους όσο μπορούν καλύτερα. Είναι προϊόντα μιας μοίρας την οποία είναι σε θέση να περιγράψουν αναλυτικά και να κρίνουν ισορροπημένα, αλλά πάντοτε εκ των υστέρων· διότι αγνοούν τα μυστικά αυτής της μοίρας, άλλωστε δεν προσπάθησαν ποτέ να τα μάθουν. Ως εκ τούτου, οι άντρες του Σέργιου είναι ευάλωτοι στις ενοχές.



Όπως και να είχαν τα πράγματα, αφού τελείωσα αναρωτήθηκα προς στιγμήν αν θα ήθελα να έμοιαζα λιγάκι στον δικηγόρο Συμεών Πιερτζοβάνη ή τον αστυνομικό διευθυντή Χρόνη Χαλκίδη. Κατέληξα ότι το δικό μου πεδίο ταύτισης βρισκόταν μεταξύ των προλεταρίων τούτου εδώ αλλά και κάθε αφηγήματος: εκεί, στο γαλαξία των δεύτερων και των τρίτων «ρόλων». Θα μπορούσα να ήμουν ένας πυραγός που ξεροβήχει. Ένας Ζητάς, Ένας και δύο και τρεις και τέσσερις ταξιτζήδες. Να ήμουν Κουρκουβέλης ή Δέδες, αιώνιος βοηθός. Ή η Φωτεινή, κοντή γραμματέας, έξυπνη τριανταπεντάρα ζωντοχήρα. Με φανταζόμουν βλέμμα παρολίγον καλλονής. Έκφραση γιατρού στη θέα μιας ταυτότητας. Οφειλή Αρχηγού. Κατακόκκινα μάτια καλοντυμένου κυρίου. Φωνή του Πάνου Γεραμάνη. Και γιατί να μην ήμουν ο δίκαιος Αριστείδης ή ο φιλόδοξος και βολικός Αχιλλέας; Κουμπάρος με απόψεις; Έφηβος που ντρέπεται για τη δουλειά του πατέρα του; Νεαρός σε μπαρ ξενοδοχείου, πενηντάρης υπερτασικός, υπάλληλος βενζινάδικου, ιδιοκτήτης μίνι μάρκετ; Γηραιός εισαγγελέας; Ο Νόνι, ο γέρο Μάνθος ή η μαμά του Συμεών; Γιατί όχι το φάντασμα του δικηγόρου Λουκά Μαρσέλου ή ο σοφός συμβολαιογράφος Λίλης; Είναι εντυπωσιακό το πόσα πρόσωπα συλλέγεις όταν διαβάζεις προσεκτικά. Μια θάλασσα ανθρώπων που ανάμεσά τους ελίσσονται οι πρωταγωνιστές και που, όλοι μαζί, τείνουν να σχηματίσουν μια εικόνα του συλλογικού μας εγώ.

Καθώς διάβαζα φανταζόμουν το ανθρώπινο τοπίο και τα γεγονότα να ξετυλίγονται σε έναν κόσμο χωρισμένο σε εκείνους κι εμάς, αλλά ούτε οι περισσότεροι από εκείνους, ούτε, προπαντός, εμείς ήμασταν ανυποψίαστοι για το τι εστί άνθρωπος, για το τι εστί εαυτός. Η απόχρωση του κόσμου, που μέσα του κινούνταν άντρες και γυναίκες, ήταν ένα γκρίζο ασπρόμαυρο, αν δεν σε ενοχλεί το οξύμωρο. Ασπρόμαυρο, γιατί καθώς μαύριζε η ψυχολογία των ηρώων [και του ευαίσθητου αναγνώστη], η παρηγοριά τόσο του συγγραφέα όσο και του αναγνώστη, απαιτούσε τη σαφή [και, γιατί όχι, σοφή] αντίθεση του άσπρου και του μαύρου. Και γκρίζο ασπρόμαυρο, γιατί οι μορφές που κατοικούσαν το χαρτί μου έδιναν την εντύπωση ενός τεράστιου συστήματος συγκοινωνούντων δοχείων. Δεν θα ήταν αστυνομικό το «Στάχτες», και μάλιστα σύγχρονο αστυνομικό, αν δεν ήταν αυτή η απόχρωση του κόσμου του.

Όταν σηκώθηκα απ’ το κάθισμα του γραφείου είχαν περάσει σχεδόν δυο ώρες. Οι άλλοι δυο είχαν εν τω μεταξύ ξυπνήσει. Μύρισε καφές. Αν και τα παθήματα των πρωταγωνιστών του κειμένου δεν ήταν ευχάριστα, ήμουν χαρούμενος με όσα είχα διαβάσει. Ήθελα επειγόντως να διαβάσω τη συνέχεια. Πέρασαν οι μήνες, προστέθηκαν και τα υπόλοιπα κεφάλαια. Ας πούμε ότι η ιστορία ολοκληρώθηκε. Διάλεξε ο μάγειρας σωστά τα υλικά; Χρησιμοποίησε τις σωστές αναλογίες; Δεν με ενδιαφέρει, αν και θα χαιρόμουν πάρα πολύ έτσι και το βιβλίο ενδιέφερε πολλούς. Έζησα καλά διαβάζοντάς το ολόκληρο και δεν αποκλείεται οι άλλοι που θα το διαβάσουν να ζήσουν καλύτερα. Εγώ θα ήθελα να υπάρξει κι άλλο βιβλίο. Κι άλλο. Κι άλλο. Κι άλλο. Και για όλα τους να ισχύει η ατάκα του Μπέκετ: «Ever tried. Ever failed. No matter. Try again. Fail again. Fail better.» Που θα πει στα Ελληνικά: Πάντα προσπάθησες. Πάντα απέτυχες. Άνευ σημασίας. Προσπάθησε πάλι. Απότυχε πάλι. Απότυχε καλύτερα.

[…]


-Εσύ πώς τα πας με τη σιωπή φίλε;
-Τι;
-Με τη σιωπή πώς τα πας;
-Παίρνω φάρμακα.
-Τι φάρμακα;
-Αποσιωπητικά.
[…]
-Υπάρχουν τέτοια χάπια;




[…]


*

Αυτό το κείμενο διάβασα στην εκδήλωση. Ο τελευταίος διάλογος ήταν απόσπασμα από το βιβλίο.

[Σημείωση: Έχουν γράψει κι άλλοι για το βιβλίο, γίναμε διάσημοι: Ένα και δύο.]

Η παρουσίαση πήγε μια χαρά. Μιλήσαμε η Αριάδνη (17 ετών) κι εγώ. Διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο ο Μανώλης. Είπε κι ο συγγραφέας δυο κουβέντες στο τέλος. Ο συγγραφέας δε, μου έκανε δώρο μια αφίσα που του τη ζητούσα δέκα, και βάλε, χρόνια τώρα. Του την είχε κάνει δώρο η Ντίνη βλέπεις. Τι έγινε και άλλαξε γνώμη δεν μπορώ να καταλάβω…



Το φιλμ που διαφήμιζε η αφίσα ήταν του Άκι Καουρισμάκι: La vie de bohème.

Αγαπημένο και πολύ αστείο, για τα γούστα μου, φιλμ. Λίγες μέρες αργότερα βρήκα την ταινία σε ντιβιντί (μαζί με άλλες τρεις του ίδιου σκηνοθέτη, μαζί με τον Κ. αγόρασα και μια σειρά τριών ταινιών του Eric Rohmer).

Είδα τις ταινίες και θυμήθηκα τις μεταμορφώσεις των ηθοποιών Matti Pellonpää και Kari Väänänen στις ταινίες του Καουρισμάκι.

O Matti Pellonpää στο La vie de bohème



Και στο Leningrad Cowboys go America



Και ο Kari Väänänen στα ίδια έργα αντίστοιχα.





*

Εν κατακλείδι: "Σπηκ σόφτλυ μπατ κέρυ α μπιγκ μέμορυ-στικ".

*

buzz it!

(20) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

This page is powered by Blogger. Isn't yours?