<$BlogRSDUrl$>

31.5.06

But now these days are gone, I'm not so self assured. 

Δεν επιλέγω τι θα κατεβάσει η κούτρα μου. Αυτό αποφασίζει αν και πότε θα κατέβει. Διάβασα ένα ποίημα κάποτε. Η συλλογή εκδόθηκε το ’80, από τις εκδόσεις Ύψιλον. Ο Πάνος Θεοδωρίδης συνέθεσε. Να σου δηλώσω εξ αρχής ότι θεωρώ το ποίημα αποτυχημένο. Αλλά τι σημασία έχουν οι αποτιμήσεις σ’ αυτές τις περιπτώσεις;

Κάποιος τον είπε «αδερφάρα» στο σταθμό
κι ήρθε στο σπίτι μου να μου ζητήσει
πληροφορίες κι υλικό για τα σουσούμια του
στο δρόμο. «Ήμουν και θα ‘μαι ομοφυλόφιλος»
μου είπε «αλλά θαρρούσα πως το έκρυβα καλά.
Των αγοραίων η καταφρόνια με κλονίζει
κι από την άγνοια πιο πολύ. Άσε που χρόνια
στερήθηκα των ερώτων την πορφύρα
γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς». Παραμυθίες τυπικές
δεν ίσχυαν εδώ [...]
(παραμυθίες = παρηγόριες)

Ο φίλος του αποσύρεται για λίγο απ’ το προσκήνιο κι ο αφηγητής αναλογίζεται τα δικά του σουσούμια:

«να μαι λοιπόν, ένας αρσενικός οδηγημένος
από νευρώσεις κι αγωγή να πράττω το νορμάλ
μια καλημέρα σε γυναίκα δεν μπορώ να πω
χωρίς να τη σκεφτώ γυμνή [...]

κτλ κτλ

Για να καταλήξει, μέσα σ’ ένα κατά βάση μελό κλίμα, σ’ αυτούς τους στίχους:

Πού θα ‘ναι ο τάφος μου; Σε ποιαν αγκαλιά
θα διακονέψω ανάπαυση; Ποιος φίλος θα δεχτεί
την έκκληση βοήθα με, τον φυσιολογικό!


Μου έμεινε έκτοτε: βοήθα με, τον φυσιολογικό! Λογικό να μου μείνει, παιδάκι ήμουν. Συνηθίζει να επιστρέφει σε περιπτώσεις λοιμών, λιμών, καταποντισμών -μικρών, μεγάλων ή μεσαίων. Άκου βοήθα με, τον φυσιολογικό...


buzz it!

(6) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

28.5.06

κρεβατομουρμούρα. 

-του Σραόσα

(άραγε το Hiroshima mon amour
αθωώνει τους συνεργάτες των Γερμανών;)



Μερικά κείμενα (τα περισσότερα -κυρίως όμως αυτά που έχω γράψει εγώ) με κάνουν και χασμουριέμαι με το που θα διαβάσω τις δυο πρώτες αράδες. Άλλα πάλι μου προκαλούν σωματική σχεδόν αποστροφή, ένα ενοχλητικό αίσθημα ναυτίας. Προσπαθώ να τα αποφεύγω. Υπάρχουν κι εκείνα που τα διαβάζω ευχάριστα, για να τα ξεχάσω αμέσως, και τα άλλα που επιμένουν χαρούμενα, χωρίς, τις περισσότερες φορές, να ξέρω γιατί. Τέλος υπάρχουν κείμενα με τα οποία διαλέγομαι. Ένα εσωτερικό μουρμουρητό που δεν λέει να μ’ αφήσει σε ησυχία. Καμιά φορά γίνεται ενοχλητικό.

Περιγράφω τώρα, έτσι; Οι διαθέσεις μου δεν λένε απολύτως τίποτα ούτε για την αξία, ούτε για την πρωτοτυπία των κειμένων. Να ένα μικρό απόσπασμα από κείμενο - έναυσμα εσωτερικού διαλόγου. Εγώ μια χαρά πέρασα αντιγράφοντάς το· αν δε βαριέσαι διάβασέ το κι εσύ:

«Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης που υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος, εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση. Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδρωκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα [λιγοστή, ανεπαρκής] και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση· οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες που η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές που επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις [γράφει λίγα χρόνια μετά το σκάνδαλο Κοσκωτά], ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και επιδεικτική χυδαιότητα.»

Να κι άλλο ένα απόσπασμα, από το ίδιο εκτενές κείμενο:
«Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα. Της κοντόθωρης ευδαιμονιστικής δραστηριότητας, από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής· η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας [είναι η εποχή των διαδηλώσεων για το Μακεδονικό] υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις. Έτσι, ό,τι θα έπρεπε να αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋποθέσεων της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μια κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται από την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρανομαστής απομένει έτσι μια γαλανόλευκος πομφόλυξ.»

Τώρα που πήρα φόρα να κι ένα τρίτο:
«[...] Εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η συνήθης αντιπαράθεση των εκσυγχρονιστικών τάσεων προς την καλλιέργεια της παράδοσης είναι απλουστευτική και παραπλανητική. Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνιστεί τα άλλα σε ό,τι σήμερα –καλώς ή κακώς- θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις ως ουσία και την παραδοσιολατρεία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους.»



Το κείμενο εκδόθηκε το 1992. Οι υπογραμμίσεις είναι σχεδόν όλες δικές μου και έγιναν για να με διευκολύνουν προσωπικά στην ανάγνωση. Όσα είναι μέσα σε αγκύλες [] επίσης δικά μου.

extra: η σχέση μου με τον Κλαούζεβιτς.

buzz it!

(15) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

26.5.06

Lost in translation. 


κλικ στην εικόνα

Οι εικονογραφημένες εντυπώσεις ενός Ευρωπαίου στο Τόκυο. Ωραιότατο μπλογκ. Αργεί λίγο να κατέβει αλλά αξίζει τον κόπο. Το καλύτερο είναι να πας στα αρχεία και να ξεκινήσεις από την αρχή.

*


bonus:





ή πώς μια χώρα γίνεται υπερδύναμη.

*

buzz it!

(9) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

25.5.06

Μαριάνθη, τρία. 

Δύο.



Ήξερα ποια πράγματα την έφερναν στην ηρεμία αλλά βέβαια δεν ήμουνα τόσο διαθέσιμος. Το πολύ όταν έσφιγγαν τα πράγματα, ονειρευόμουνα ότι της έπρεπε βάλιουμ στον καφέ της. Μια φορά την υποστήριξα σ’ ένα μαγαζί, όταν πήγε να παραγγείλει κάτι γυαλιά, ο οπτικός της είπε να περάσει σε μια βδομάδα, εκείνη άρχισε να ωρύεται και του είπα με τον γνωστό συνωμοτικό και συναινετικό τρόπο που μόνον οι ρεμπεσκέδες διαθέτουν: κάντε μου την χάρη και ετοιμάστε τα σε τρεις μέρες, επειδή η γυναίκα μου τα χρειάζεται. Η Μαριάνθη δεν είδε που έκλεισα το μάτι στον οπτικό και που έτριψα τον δείκτη με τον αντίχειρα, σημάδι ότι θα είχε ένα επιπλέον ποσό αν ήταν εντάξει κι έτσι βγήκε μαγεμένη από το μαγαζί. Την είπα η γυναίκα μου και την υποστήριξα! Μου το ανέφερε επί χρόνια πολλά και γλύκαινε πάντοτε στην ανάμνηση του γεγονότος.

Η Μαριάνθη ήθελε από μένα ένα πράγμα κυρίως, και τα άλλα ακολουθούσαν σε σεβαστή απόσταση. Ήθελε να την φροντίζω. Να διαβάζω τα κείμενά της με παραγωγικές παρατηρήσεις. Να έχω στο νου μου τις ίντριγκες των συναδέλφων της, τα βάσανα με τους οικείους της, να την υποστηρίζω. Επιπλέον να είμαι ερωτευμένος μαζί της και να το δείχνω. Ήθελε ό,τι θέλουν όλοι από όλους, δεν ήταν ένα κορίτσι αλλιώτικο απ’ τ’ άλλα. Μόνο που αντιδρούσε διαφορετικά από τις άλλες γυναίκες, εκατό χρόνια μπροστά ή εκατό χρόνια πίσω. Αντιδρούσε διεκδικητικά. Δεν το έβαζε κάτω. Δεν ήξερε τι θα πει συμβιβασμός. Δεν είχε τέτοιο γονίδιο. Ήταν ένα άτομο, όχι μια γυναίκα με τσαλίμια ή ένας ανδρίζων κάλπης. Το όπλο της ήταν μια ακατάσχετη, φλύαρη κακογλωσσιά. Κατά καιρούς με κατηγόρησε για τα πλέον απίθανα πράγματα. Εν δυνάμει αιμομίκτη προς ανιόντες και κατιόντες, εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες, αρσενοκοίτη. Μπροστά της είχε το προφανές: ήμουν ένας μουνάκιας στα πρόθυρα του αλκοολισμού που έτρεμε τις φωνές της. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Αλλά αυτά δεν ήταν του στιλ της και του επιπέδου της. Η ζωή της όφειλε να έχει καταστραφεί για εξεζητημένους λόγους κι όχι για τις αιτίες κι αφορμές που αναγκάζουν τις μισές γυναίκες της χώρας να βασανίζονται.

Πάνου Θεοδωρίδη – Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ –Μυθιστόρημα – 1999, εκδόσεις Κέδρος.

Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία μιας μοιχείας. Το "δεξιά" σημαίνει επιδέξια. Δεν είμαι σίγουρος αλλά η "Δεξιά Ερωμένη" πρέπει να διαθέτει αδελφό βιβλίο που εκδόθηκε 15 χρόνια πριν. Κάποτε πρέπει να τα διαβάσω κολλητά, σαν ένα. Δεν έχω ιδέα για τα του λογοτεχνικού χώρου, απλά έτυχε να αγαπάω (περί ορέξεως σπανακόπιττα που λέει κι ο Πάνος - http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/) και τους δύο συγγραφείς. Οι φωτογραφίες και στις τρεις συνέχειες είναι από την ταινία του Τζων Κασσαβέτη "Opening Night".
*

buzz it!

(0) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

24.5.06

Μαριάνθη, δύο. 

Ένα.


Οι φωτογραφίες είναι από την ταινία του Τζων Κασσαβέτη "Opening Night".

Ήταν λαμπρή ευκαιρία ο δεσμός με την Μαριάνθη, για ένα συστηματικό τεμπέλη και χαροκόπο, διότι κανένας φίλος δεν μπορούσε να με κατηγορήσει για απραξία. Διέδιδα εν σιωπή ότι αφορμή για όλα μου τα βάσανα ήταν μια ζηλόφθονη τρελή γυναίκα που μπορούσε να ανατρέψει αλόγιστα την πιο τρυφερή στιγμή, την πιο ευχάριστη παρέα. Η ίδια έκανε ό,τι μπορούσε να με δικαιώσει. Για μένα, η δικαίωση ήταν άμεση και την εισέπραττα από παντού. Η Μαριάνθη μπορούσε να τσακωθεί με τον μανάβη και τον έμπορο ανά πάσα στιγμή, ή, για την ακρίβεια, ο καβγάς της με ανθρώπους της αγοράς ήταν ζήτημα χρόνου. Δεν της αρκούσε να επιστρέψει ένα σάπιο πορτοκάλι, έπρεπε ο μανάβης να αντιληφθεί το χάος της ζωής του με μια αυστηρή καταγγελία. Επειδή οι απλοί άνθρωποι σε τέτοια αντιδρούνε με κανένα άντε πάαινε κυρά μου από δω και μην ξαναπατήσεις, δεν υπήρχε περίπτωση να εγκατασταθούμε σε ένα σπίτι και να έχει την άνεση να ψωνίσει κάτι από την εγγύς γειτονιά. Όλοι μας οι φίλοι επίσης ήξεραν ότι θα τρώγαμε και θα πίναμε και θα γελούσαμε σπίτι μας ή αλλού, αλλά αν κάποιος δεν ήξερε ακριβώς τι είπε ο Καντ ή υποστήριζε κάτι δεξιό ή αντιδραστικό για την εκτίμηση της Μαριάνθης, έπρεπε να υποστεί τον χαμηλόφωνο, εκνευριστικό και παραληρηματικό λίβελό της. Επειδή ποτέ δεν πήρα το μέρος της, επειδή όταν φερόταν έτσι γινόμουνα μέρος του ανθρωποφάγου δάσους που υποτίθεται την περιέζωνε, κινούσα αριστοτεχνικά την έκθεσή της και τον διασυρμό της. Φεύγοντας οι φίλοι μού έσφιγγαν συνωμοτικά το χέρι, πώς αντέχεις, βρε θηρίο, την τρελή και δεν απαντούσα ποτέ, ε, έβαλα κι εγώ το χεράκι μου, αλλά έκλεινα συγκαταβατικά τα μάτια και τους ευχαριστούσα για την κατανόηση. Επί χρόνια, άγνωστοι έμποροι με χαιρετούσαν με σεβασμό, μου έδιναν συγχαρητήρια όταν μάθαιναν πως χώρισα. Κάποιος που ήξερε περισσότερα κουλτουριάρικα, μου είπε, πρέπει να ζείτε τα μαρτύρια που τράβηξε ο καημένος ο Μοράβια με την πρώτη τρελή του σύζυγο, ενώ, σε λογοτεχνικά αντίστοιχα, φρόντιζα να διαδίδω ότι βιώνω το μαρτύριο του ανδρός στο μυθιστόρημα Τζέιν Έιρ: είχα μια τρελή κλειδωμένη στο υπόγειο και περίμενα να καεί. Το σχήμα βόλευε διότι έτσι εξηγούσα που κυνηγούσα μονίμως λεπτές υπάρξεις για τον ρόλο της Τζέιν.

(συνεχίζεται: τρία.)

Πάνου Θεοδωρίδη – Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ –Μυθιστόρημα – 1999, εκδόσεις Κέδρος.
*

buzz it!

(4) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

23.5.06

Μαριάνθη, ένα. 



Περιττό να τονίσω ότι τότε ήμουν ήδη τρία χρόνια παντρεμένος και με τη γυναίκα μου είχαμε βιώσει μια μπερδεμένη, σαστισμένη και θυελλώδη σχέση. Ήμασταν δυο τρελοί που αποτρέλαινε ο ένας τον άλλον με τον τρόπο του. Προσπαθώντας να αποδώσω δικαιοσύνη, τώρα που πέρασαν τριάντα χρόνια από την πρώτη μας επαφή, ομολογώ ότι είχα τον εύκολο ρόλο του θύματος. Η γυναίκα μου ήταν ευέξαπτη, με συνεχές αίσθημα αδικίας και πολύ ευαίσθητη. Μπορούσε κινδυνεύοντας να γίνει απίστευτα σκληρή και από την άλλη είχε πρωτοφανή έλλειψη προσαρμοστικότητας στο περιβάλλον. Υποπτευόταν τους πάντες για παραβίαση των ομολογημένων αρχών τους. Άσχετο αν αυτές οι παραβιάσεις δεν την έβλαπταν προσωπικά, η έλλειψη ηθικής στάσης των άλλων στην ζωή προείχε για το εικονοστάσι της Μαριάνθης.

Η δική μου στάση είχε διαφορετικό ενδιαφέρον. Εγωιστής και επηρμένος άνθρωπος, αμοραλιστής αλλά ηθολόγος προς τρίτους, εξέφραζα το σύνολο της κοινωνίας της Μαριάνθης. Την αγάπησα βαθιά με τον επιφανειακό σχηματικό ανδρώο τρόπο. Μπορούσα να επεμβαίνω στη ζωή της, να την κατηγορώ για τους προ εμού εραστές της, να ζηλεύω την ακεραιότητά της, αλλά μόλις γινόταν επεμβατική μάνιαζα και γινόμουν επιθετικός. Με ενοχλούσε η εργασιομανία της, η λατρεία για την αντικειμενική επιστήμη, η παράκρουσή της να βρει θέματα για την λογοτεχνία της, ο βατταρισμός του μυαλού της. Αν μου επιτρέπεται ένα ηλεκτρονικό παράδειγμα, έμοιαζα με υπολογιστή απείρου μνήμης χωρίς κάρτα γραφικών. Έμοιαζε με Ντεσεβό που είχε μηχανή Ρολς Ρόις. Εγώ ήμουνα μια Πόρσε με μηχανή Φολκσβάγκεν γι’ αυτό και φρόντιζα να τηρώ σχετικήν ακινησία.

Μου άρεζε όμως η κατά τρίμηνο αιθρία της, η καυστικότητα και η παιδικότητά της, η πανεύκολη αυτοκριτική της διάθεση που μ’ έκανε να χαλαλίζω τις μαύρες στιγμές που έδινα και έπαιρνα.

(συνεχίζεται: δύο)

Πάνου Θεοδωρίδη – Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ –Μυθιστόρημα – 1999, εκδόσεις Κέδρος.

buzz it!

(11) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

17.5.06

Έχουμε και τις εμμονές μας. 

Όσο στενεύει το οπτικό μου πεδίο, όσο απομακρύνομαι από το βασίλειο της ανάγκης, τόσο χάνουν το βάρος τους οι απόψεις σου. Γράφει στην Πολιτεία ο Πλάτων: «άλλ’ ου γαρ προ γε της αληθείας τιμητέος ανήρ» (595 c) και μεταφράζει ο Σκουτερόπουλος «Ωστόσο δεν είναι σωστό να βάζουμε τον άνθρωπο [μιλάει για τον Όμηρο] πάνω από την αλήθεια». Έκτοτε διαδόθηκε: Από κάτω ο απέναντι άνθρωπος κι από πάνω η σύγκρουση των δικών του και των δικών μου απόψεων, η «αλήθεια». Τι μας λες... Κι αν κάποιος θελήσει να μιλήσει για τον Πλάτωνα; Αδύνατον. Στους διαλόγους γνώμη εκφράζουν μόνον όσοι τους κατοικούν, γνωστό αυτό. Ο συγγραφέας ποτέ. Τι θα βάλω πάνω στον Πλάτωνα; Access denied! Φροντίζει μάλιστα να είναι πειστική η σκηνοθεσία, έτσι που ο υπεύθυνος να την κάνει, ανενόχλητος, στα παρασκήνια. Είναι μέρος του περιεχομένου η θεατρικότητα. Αντιλαμβάνεσαι την ειρωνεία. Τον βλέπω να γελάει κάτω απ τα μουστάκια του ενώ υπαγορεύει... Ποσώς μ’ ενδιαφέρουν οι απόψεις λοιπόν... Άντε να τις χρησιμοποιήσω ως βοήθημα για στιγμιαίο προσανατολισμό. Κι αυτό για ψυχολογικούς λόγους... Βρε, θα πουλούσα σε τιμή ευκαιρίας -τι λέω; θα τις χάριζα- όσες απόψεις μού ‘χουν μείνει, για να βρεθώ πάνω ή κάτω, αδιάφορο, από ένα ζευγάρι χαμογελαστά μάτια. Κι ο Πλάτων το ίδιο θα έκανε νομίζω.



Το βιντεάκι με τον Στηβ Μάρτιν είναι του 1976. Αν έχεις αργή σύνδεση πάτα πρώτα play, μετά pause κι άστο να φορτώσει.

buzz it!

(9) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

15.5.06

Φούσκες. 


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
----------------
Νάμαστε λοιπόν μεταξύ αυτισμού και επικοινωνίας. Δείχνεις ή γράφεις, με κόπο ή χωρίς κόπο, όσα, μικρά ή μεγάλα, πολιτικά ή απολίτικα ( ; ) έτσι κι αλλιώς προσωπικά, σ’ ενδιαφέρουν, προσωρινά ή δια παντός. Νάτα. Περιμένουν τυπωμένα στην οθόνη, εκείνη ή εκείνον που θα τα προσέξει και ίσως τα διαβάσει, διαγωνίως ή όχι, καλοπροαίρετα ή όχι· αναλόγως... Τα ενδεχόμενα σχόλια, όσο κι αν ενίοτε σε αναστατώνουν, είναι χρήσιμα για να αυταπατάσαι· προς στιγμήν. Γιατί εν τέλει αποκαλύπτεται, πως ό,τι εκρήγνυται κι ό,τι δεν εκρήγνυται, ό,τι συγκινεί κι ό,τι δεν συγκινεί, αφορά και πάλι κυρίως -αν όχι αποκλειστικά- εσένα. Ενδιαφέρει εκείνος που ενδιαφέρεται. Καθρέφτες. Κάνω πολιτική παρέμβαση, βαυκαλίζεται ο άλλος, και δώσ' του σεντόνια. [note to self: μπα, γίναμε και στωικοί τώρα; Πώς εξηγείς το ότι σήμερα γλύφεις εκεί που έφτυνες;] Κι όσα βλέπεις, άλλες φορές καθρεφτίζουν πολλούς κι άλλες όχι:



ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ
---------------------
Αν ήταν στο χέρι μου, στα τμήματα μετάφρασης των πανεπιστημίων, θα πρόσθετα και μάθημα μετάφρασης κόμικς και μάθημα υποτιτλισμού. Γιατί δεν είναι εύκολο να μεταφράσεις κόμικς. Το επιπλέον πρόβλημα («πρόβλημα») είναι νομίζω ότι το μπαλονάκι λόγου και σκέψεων, έγινε πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας· πολλές φορές είναι ο πυρήνας που γύρω του οργανώνεται η σύνθεσή της. Δεν μπορείς να το μεγαλώσεις ή να το μικρύνεις χωρίς συνέπειες. Ο μεταφραστής πρέπει να λάβει σοβαρά υπ όψιν του το χώρο που διαθέτει. Θα χρειαστεί ίσως να αποφύγει περιφραστικές λύσεις, που βοηθούν μεν να είναι ακριβής η μετάφραση, αλλά δεν τις επιτρέπει ο διαθέσιμος χώρος. Ίσως χρειαστεί να περιορίσει τις λέξεις μιας πρότασης, διατηρώντας όμως το νόημα και το ύφος του πρωτοτύπου. Κτλ κτλ. Ο ιδανικός μεταφραστής κόμικς χρειάζεται ευαισθησία ποιητή, όσον αφορά το βάρος και τη σημασία των λέξεων. Κατά προτίμηση ευαισθησία concrete (υπερλεξιστή; λετριστή;) ποιητή, γιατί έχει σημασία το πώς διαβάζεται κάτι... Ανάλογα προβλήματα έχει ο μεταφραστής υποτίτλων στις ταινίες· εκεί οι περιορισμοί μπαίνουν κυρίως λόγω χρόνου: ακούς πολύ περισσότερα απ’ όσα είσαι σε θέση να διαβάσεις στο ίδιο χρονικό διάστημα....



Είναι και το lettering. Ο γραφικός χαρακτήρας του σχεδιαστή είναι κι αυτός μέρος της μετάφρασης-μεταφοράς ενός κόμικς σε άλλη γλώσσα. Στα περισσότερα κόμικς που μ’ αρέσουν (πχ στο Αστερίξ) οι σχεδιαστές προτιμούν οι διάλογοι να είναι χειρόγραφοι, από τους ίδιους ή κάποιον άλλο. Ο γραφικός τους χαρακτήρας είναι αναπόσπαστο μέρος των εικόνων. Στις ελληνικές μεταφράσεις, σε αντίθεση με τις περισσότερες γαλλικές, ιταλικές ή αμερικάνικες, δεν γίνεται συνήθως προσπάθεια μίμησης της ιδιαιτερότητας των γραμμάτων. Προτιμώνται λύσεις είτε πλήρους αδιαφορίας για τις «γραμματοσειρές» (οι εκδόσεις Μαμούθ, αν και μερακλήδες στην επιλογή των κόμικς που εκδίδουν, υπήρξαν απαράδεκτες στο θέμα αυτό), είτε χρήση των γραμματοσειρών που διαθέτει το κομπιούτερ του εκδότη. Όλο και πιο συχνά τα γράμματα γράφονται με τη βοήθεια του Photoshop ή άλλου προγράμματος που δεν γνωρίζω. Γίνεται και μια, πολλά υποσχόμενη, προσπάθεια, να σχεδιάζονται ξεχωριστές κάθε φορά γραμματοσειρές, με τη βοήθεια του υπολογιστή.



ΕΠΙΛΟΓΟΣ
----------------
Και αφού γράφω για λέττερινγκ, ας καταθέσω εδωνανά (γεια σου θ.τ.) το πόσο θαυμάζω την κορυφαία Παυλίνα Καλλίδου, αυτήν την απίστευτα ταλαντούχα ελληνίδα λέττερερ (sic). Να θέμα για αφιέρωμα σε φεστιβάλ της Βαβέλ.


βαθμός:

*

Το μπαλονάκι είναι φτιαγμένο από τον Moebius-Jean Giraud. Πρόσεξε ότι μέρος της ομορφιάς του είναι το λευκό γύρω από τον χώρο που γράφονται οι προτάσεις. Τα γράμματα δεν κολάνε ποτέ στο περίγραμμα του μπαλονιού.

buzz it!

(3) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

13.5.06

Ο εκδημοκρατισμός του cool : B-side 

Α-side.

[...]

Τι έγινε όμως μ’ όλα αυτά τα παιδιά που πέρασαν τα γυμνασιακά τους χρόνια με είκοσι πολύτιμους δίσκους αγορασμένους στο Μοναστηράκι και ξαφνικά, σε διάστημα δυο ή τριών χρόνων, βρέθηκαν να είναι ειδικοί επαγγελματίες, ιδιοκτήτες σπάνιων κομματιών με τη σέσουλα και υποχρεωμένοι να γράφουν κάθε μήνα την άποψη τους για τους Duran Duran και άλλους γραφικούς αγγλοσάξονες; Ποιος δαίμονας τους έμπλεξε με τα top ten, τι ήταν αυτό που τους έκανε να ονειρεύονται την Καλιφόρνια ή να θέλουν να τελειώσουν τις μέρες τους στο γκρίζο Λίβερπουλ; Με δυο λόγια, ποιός ευθύνεται για τη μετατροπή ενός πραγματικού πάθους, σε επαγγελματισμό της δεκάρας, υπαλληλίκι στις εταιρείες δίσκων, ανάλατες ραδιοφωνικές εκπομπές πλημμυρισμένες από άχρηστες γνώσεις;

Δεν είναι μόνο η δικτατορία που μας έσπρωξε άρον-άρον πέρα από τα σύνορα, ούτε μόνο η Δεξιά που μας έκανε να πλήττουμε θανάσιμα στις μέρες της. Ο πανικός που καθρεφτίζεται στη λατρεία των κειμένων αυτών [μιλάει για τα μουσικά περιοδικά] για κάθε τι το πακεταρισμένο και λουστραρισμένο στο εξωτερικό, για τα κοκοράκια της Νίνα Χάγκεν ή τα έπη της δεκάρας που γράφουν κλειδωμένοι μέσα στα συνθεζάιζερς οι Πινκ Φλόυντ, έχουν να κάνουν με πολιτιστικά μοντέλα συνολικά αποδεκτά, με μια γενικευμένη λογική της κατανάλωσης, του φετιχισμού των εξαρτημάτων. Αυτό είναι που θαμπώνει, η δυνατότητα του να συλλέγεις δίσκους και να κατέχεις ήχους, να τους τοποθετείς στο ράφι και να τους ξεχνάς. Άλλωστε κάπως έτσι αδιάφορο φαντάζει και το μέλλον του βίντεο, εφεύρεσης που πείθει τον καταναλωτή ότι έγινε για να τον διευκολύνει ενώ στην πραγματικότητα αντικαθιστά τους δίσκους γιατί όλοι οι δίσκοι έχουν αγοραστεί, όλοι οι δίσκοι κοιμούνται στα ράφια.

Ο φόβος κυριαρχεί στα μουσικά περιοδικά τα δύο τελευταία χρόνια κι αυτό είναι καλό σημάδι. Όλα τα συγκροτήματα έχουν ανακαλυφθεί, δεν υπάρχουν πια άγνωστες αξίες, οι προοδευτικοί διευθυντές των πολυεθνικών αποφασίζουν κι ανακαλύπτουν οι ίδιοι δέκα περιθωριακούς το μήνα. Όσοι το έχουν καταλάβει –κι ευτυχώς δεν είναι λίγοι γιατί η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει- γράφουν τώρα νοσταλγικά κείμενα, ένα βήμα πριν τα παρατήσουν, δυο βήματα πριν καταλάβουν ότι ένας στιχουργός σαν τον Ρασούλη δεν υπάρχει σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, ότι ένας συνθέτης σαν το Σαββόπουλο είναι άπιαστο όνειρο για όλους αυτούς τους Ολλανδούς και Σουηδούς που ονειρεύονται στα αγγλικά και δεν μπορούν να ερωτευθούν κανονικά επειδή έτσι αποφάσισε ο Ντέιβιντ Μπόουι.

[...]

Φαίνονται τα σημάδια της εποχής που γράφτηκε...Πώς αλλιώς; Το κομμάτι έγραψε ο Χρήστος Βακαλόπουλος για το περιοδικό Αντί, τ.233, 10/6/1983. Τίτλος του: «τα πανικόβλητα κείμενα στα μουσικά περιοδικά». Από το βιβλίο «Από το Χάος στο Χαρτί», εκδόσεις Εστία, 1995. (Με την ευκαιρία: ο Βακαλόπουλος κράτησε, για κάμποσους μήνες, μαζί με τον Σωτήρη Κακίση, τη στήλη των αθλητικών στο ίδιο περιοδικό. Λες να δούμε κάποτε καμιά ανθολόγηση; Γράψε λάθος. Μόνος του έγραφε τη στήλη ο Κακίσης.)

buzz it!

(4) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

11.5.06

Ο εκδημοκρατισμός του cool. 

Pop-11, προφέρεται ποπηλέβεν· στη Σκουφά, κοντά στην πλατεία Κολωνακίου· είχε γράψει παλιότερα για την επιχείρηση και τους επιχειρηματίες ο Μακ. Θυμάμαι τον πωλητή. Ήταν ψηλός, ψηλότερος από εμένα, αδύνατος, μακρόστενος, με πανταλόνια σωλήνα (πάντα σωλήνα). Μια υποψία μουστακιού. Μαλλιά ίσια, μετρίου μήκους. Όσο μου μιλούσε δε γελούσε, δε χαμογελούσε. Ήξερε καλά όλα όσα αγνοούσα. Είχα δανειστεί τη φάτσα του για να ντύσω μια λέξη: cool.

Cool: marked by calm self-control και first-rate, satisfactory πληροφορίες. Ήξερε...

Ζόρικο πράγμα να βρεις τον σωστό δίσκο εισαγωγής κάποτε. Άλλαξαν όμως οι καιροί. Το εμπόριο κι η επικοινωνία πήραν τ' απάνω τους. Ή, τέλος πάντων, άλλαξε αυτό που λέμε ξέρω. Ό,τι και να έγινε γουστάρω.

Ο τελευταίος cool, εκτός από ΟΚ, τύπος που γνώρισα δια ζώσης ήταν ο thas. Και πρόσφατα, χάρη στον Σπύρο (που όσες τρίχες χάνω από την κεφαλή μου, ο θεός να του τις κάνει χρόνια), μπήκα στον κόσμο των μουσικών μπλογκ και οδεύω επιτέλους κι εγώ, μαζί με χιλιάδες άλλους ανά τον κόσμο, προς μία σχεδόν cool κατάσταση.
*
Κλικάρεις τις εικόνες, έτσι; Είμαι λίγο χαζούλης...Νομισα ότι δεν θα χρειαζόταν να στο πω. Προειδοποιήσεις: Διάβαζε προσεκτικά τις καταχωρήσεις. Μερικές φορές η διεύθυνση βρίσκεται στα comments, μερικές φορές τα αρχεία χρειάζονται password, μερικές φορές θα χρειαστεί να συμπληρώσεις την διεύθυνση που σου δίνουν (πχ h**p --> http). Σχεδόν όλα τα αρχεία είναι ζιπαρισμένα. Εύκολα βρίσκεις το κατάλληλο πρόγραμμα (ευχαριστώ Alberich) για ξεζιπάρισμα, αν δεν είναι ήδη εγκαταστημένο στον υπολογιστή σου. Τα περισσότερα άλμπουμ είναι αποθηκευμένα στο rapidshare, το οποίο σου επιτρέπει (δωρεάν) να κατεβάσεις μόνο ένα μεγάλο αρχείο ανά ώρα. Θυμήσου ότι αυτού του είδους τα μπλογκ, σήμερα είναι εδώ κι αύριο δεν είναι. Τυχόν απορίες στα σχόλια.

Αρχίζουμε με τούτο δω:



Και πάμε παρακάτω, ενδεικτικά:


buzz it!

(15) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

10.5.06

ε μη τρελαθούμε κιόλα 


μπήκα στο στόχαστρο ξέρουν αυτοί δεν θα τους περάσει όμως θα τα αποκαλύψω όλα μετά τις ψευτοδιακοπές τα δήθεν προβλήματα στο μπλόγκερ και το γουόρντπρες είχαν το θράσος να επέμβουν απευθείας στον εγκέφαλό μου τοποθέτησαν ιδέες στο εσωτερικό του κρανίου μου και με ανάγκασαν έτσι να διακόψω την λειτουργία του παρόντος ιστολογίου για ικανό χρονικό διάστημα όσο χρειαζόταν για να περάσει απαρατήρητη από τα Ελληνικά εδάφη η κοντολίζα ράις υποψιάζομαι ότι η επέμβαση έγινε με ειδικούς μηχανισμούς που τοποθέτησαν στο κινητό μου οι πηγές μου με πληροφορούν ότι ιθύνων νους αυτής της βρωμερής συνομωσίας εις βάρος μου είναι ο γεράσιμος γιακουμάτος όλα εδώ πληρώνονται γεράσιμε.

buzz it!

(11) φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

This page is powered by Blogger. Isn't yours?